εἵνεκ'

εἵνεκα , ἕνεκα
on account of
epic ionic (poetic indeclform prep)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • CANIS — I. CANIS Arabiae Felicis fluv. Ptol. II. CANIS Ordo equestris a Buchardo IV. ex Montmorantia famil. primo Galliae Barone, institutus; qui pace cum Philippo I. vel Ludov. fil. eius potius, a quo arce quâdam exutus erat, quod Adrianum Abbatem S.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • οϊζύω — ὀϊζύω (Α) [οϊζύς] (ποιητ. τ.) 1. θλίβομαι, θρηνώ, κλαίω, πενθώ («ἀλλ ἀεὶ περὶ κεῑνον ὀΐζυε», Ομ. Ιλ.) 2. υποφέρω από κάτι, υφίσταμαι κάτι («ἧς εἵνεκ ὀϊζύομεν πολλὰ κακά», Ομ. Ιλ.) …   Dictionary of Greek

  • πολύκληρος — και δωρ. τ. πολύκλαρος, ον, Α 1. αυτός που έχει μεγάλο κλήρο, δηλ. μεγάλη καλλιεργήσιμη έκταση 2. (κατ επέκτ.) αυτός που έχει μεγάλη περιουσία, πολύ πλούσιος («ἠγαγόμην δὲ γυναῖκα πολύκληρων ἀνθρώπων εἵνεκ ἐμῆς ἀρετῆς», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • όργανος — ὄργανος, άνη, ον, θηλ. και ὀργάνα (Α) [όργανον] αυτός που κατασκευάζει κάτι («τίνος εἵνεκ ἄτιμον ὀργάναν χέρα τεκτοσύνας Ἐνυαλίῳ... προσθέντες τάλαιναν... μεθεῑτε Τροίαν;», Ευρ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.